βαρύτονος

βᾰρῠ-τονος, ον, ([etym.] τόνος)
A deep-sounding, β. φωνεῖν, of dogs, Arist.Phgn.813b2; so prob.

β. στῆθος X.Cyn.5.30

; deep, of musical notes, Bacch.Harm.32.
2 Gramm., of enclitics, unaccented, A.D.Pron.35.25; of words, not oxytone, ib.38.12, D.T.674.18, etc. Adv.

-νως POxy.1012

Fr.16.16, Eust.41.3, Moer.109.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρύτονος — deep sounding masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύτονος — Τραγουδιστής που η φωνή του είναι ενδιάμεση, ανάμεσα τις φωνές του τενόρου και του βαθύφωνου (πλησιάζει περισσότερο άλλοτε τη μία και άλλοτε την άλλη) και έχει τη δεξιοτεχνία των λαρυγγισμών της φωνής του τενόρου και τη δύναμη και το βάθος… …   Dictionary of Greek

  • βαρύτονος — η, ο 1. (γραμμ.), η λέξη που έχει τον τόνο στην παραλήγουσα ή την προπαραλήγουσα: Bαρύτονα ουσιαστικά. – Βαρύτονα ρήματα. 2. (μουσ.), τραγουδιστής που έχει φωνή ενδιάμεση, ανάμεσα στον οξύφωνο (τενόρο) και στο βαθύφωνο (μπάσο): Ο βαρύτονος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαρύτονος — [варитонос] ουσ. а …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βαρυτόνως — βαρύτονος deep sounding adverbial βαρύτονος deep sounding masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρύτονον — βαρύτονος deep sounding masc/fem acc sg βαρύτονος deep sounding neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτόνοις — βαρύτονος deep sounding masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτόνου — βαρύτονος deep sounding masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτόνους — βαρύτονος deep sounding masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτόνων — βαρύτονος deep sounding masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυτόνῳ — βαρύτονος deep sounding masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.